Είναι κοινός τόπος ότι το ελληνικό πολιτικό σύστημα βρίθει ρητορικών ερωτημάτων γύρω από την ηθική και αξιακή του υπόσταση. Ωστόσο, η πραγματικότητα με την οποία βρίσκεται αντιμέτωπη η πολιτική διαδικασία στη χώρα αποκτά έναν ολοένα και πιο σουρεαλιστικό χαρακτήρα που καθιστά τα ερωτήματα αυτά εντελώς αχρείαστα. Στο πλαίσιο αυτό, η αναζήτηση της πολιτικής αξιοπρέπειας στις πράξεις και τις στάσεις των ατόμων και των συνόλων αποκτά ιδιαίτερη σημασία.
Μέχρι το πρόσφατο παρελθόν, η διάκριση ανάμεσα στην ατομική ιδιοτέλεια, ως αιτία της απώλειας της πολιτικής αξιοπρέπειας, και στο σύνολο εντός του οποίου δρούσε το υποκείμενο ήταν σχετικά εύκολη, καθότι συνήθης. Σταδιακά, ωστόσο, το άθροισμα τέτοιων ατομικών περιπτώσεων έφερε στην επιφάνεια αγελαία χαρακτηριστικά. Σήμερα, η πολιτική αξιοπρέπεια δεν σβήνει πια στη ματαιοδοξία του ενός, αλλά στην επικουρικότητα των άλλων. Πρόκειται για έναν κοινότοπο εκμαυλισμό της πολιτικής συμπεριφοράς, συγκεκαλυμμένο με τη σύμφωνη γνώμη των συνόλων (κομματικών και κοινωνικών).
Το τι οδηγεί ένα σύνολο ατόμων στην απώλεια της πολιτικής αξιοπρέπειας μπορεί να διαφέρει από τη μία περίπτωση στην άλλη. Δεν αναιρείται πάντως το γεγονός ότι για να λαμβάνουν συλλογικά χαρακτηριστικά, αυτές οι ομαδικές αξιακές υπαναχωρήσεις συγκροτούνται πάνω σε ένα κοινό αίσθημα φόβου ή επιθυμίας. Ταυτόχρονα, το φαινόμενο αυτό μπορεί να αποτελεί προϊόν διάχυσης του φόβου ή της επιθυμίας από το άτομο στο σύνολο. Φόβος για την απώλεια προνομίων ή την περιθωριοποίηση. Επιθυμία για τη διατήρηση μίας ευνοϊκής συνθήκης ή τη βουλιμική ανέλιξη.
Αυτές οι πρακτικές είναι εύκολα αναγνωρίσιμες. Έχουν υιοθετηθεί από το σύνολο του κομματικού συστήματος και εφαρμόζονται κάθετα στις κομματικές δομές. Ο πυρήνας του προβλήματος δεν είναι άλλος από την ανάγκη μεσσιανοποίησης των ηγετών. Ακολουθεί η ταπείνωση των μελών και έπεται ο προσηλυτισμός των ψηφοφόρων. Η οργάνωση και η διαμόρφωση της πολιτικής δράσης γύρω από τα πρόσωπα οδηγεί στη μετάσταση της ασθένειας και στην εμφάνιση συμπτωμάτων που έχουν καταστήσει το πολιτικό σύστημα ανίκανο να αναζητήσει τη θεραπεία του. Όταν κανείς αρνείται ή φοβάται να αμφισβητήσει έναν ηγέτη, του δίνει το περιθώριο να καταστήσει τις πολιτικές διαδικασίες ταυτόσημες με τα δικά του συμφέροντα.
Η υποταγή στο ατομικό γίνεται κατά συνέπεια ο κυρίαρχος τρόπος άσκησης της πολιτικής. Στο ίδιο οικοσύστημα συναντά κανείς μία εκτελεστική εξουσία που αρνείται να αποδεχθεί τα όριά της, πρώην ριζοσπάστες που σκιαγραφούν μία ανώνυμη ολιγαρχία, πολιτευτές που υπενοικιάζονται πότε δεξιά και πότε αριστερά, έναν κεντροαριστερό και έναν κεντροδεξιό νεποτισμό εύκολα διαχειρίσιμο από τις κομματικές ηγεσίες, βουλευτές που νομοθετούν για την ιδιωτική τους χρήση, δημοσιογράφους που δεν ασκούν έλεγχο ή κριτική, πολιτικά στελέχη που συντηρούν τις συλλογικές αυταπάτες για να μην χάσουν την πρόσβασή τους στον πυρήνα της κομματικής εξουσίας. Επιστέγασμα όλων αυτών η αυτόβουλη εξαΰλωση κομματικών σχηματισμών στο όνομα μίας πολιτικής συνέχειας, απλώς για τη διατήρηση του μισθωτού της χαρακτήρα.
Το φαινόμενο αυτό βεβαίως δεν αποτελεί τοπική ή χρονική εξαίρεση. Όμως, το μέγεθος και τα ποιοτικά γνωρίσματα ενός πολιτικού συστήματος, μπορούν να εντείνουν τις επιπτώσεις του φαινομένου και να του προσδώσουν επιδημικό χαρακτήρα, ειδικά σε μικρές χώρες όπως η Ελλάδα. Σήμερα, το πολιτικό εκκρεμές της κοινωνίας κινείται ανάμεσα στην απογοήτευση και την ελπίδα, οι οποίες εκδηλώνονται συνήθως άτσαλα. Η αντιστροφή της πραγματικότητας δεν είναι ούτε εύκολη, ούτε εγγυημένη διαδικασία για τους υγιείς δρώντες του οικοσυστήματος. Ωστόσο, η αντίσταση στη σήψη είναι αξιακή υποχρέωσή τους.
