Οι σύγχρονες δημοκρατίες σπάνια λαμβάνουν τολμηρές αποφάσεις. Συνήθως εγκλωβίζονται εντός εύπλαστων πολιτικών αφηγημάτων που εξισώνουν τις εθνικές ανάγκες με τη λαϊκή βούληση. Το μοτίβο αυτό μπορεί να παρατηρηθεί σε όλα τα σώματα που οργανώνονται βάσει της πλειοψηφικής αρχής, σε όλους τους πολιτικούς οργανισμούς, με γεωγραφική διάχυση και διαχρονική παρουσία. Ωστόσο, υπάρχουν εξαιρετικές στιγμές κατά τις οποίες το ένστικτο επιβίωσης εκδηλώνεται με την κυριαρχία της λογικής έναντι του θυμικού. Μία τέτοια εξαιρετική στιγμή ήταν η εκλογή Σημίτη στην πρωθυπουργία το 1996, ακολουθούμενη από την εκλογή του στην ηγεσία του ΠΑΣΟΚ λίγους μήνες αργότερα και την τελική έγκρισή του ως πρωθυπουργού στις εθνικές εκλογές του ίδιου έτους.
Στην περίπτωση Σημίτη παρατηρούμε ότι τολμηρές αποφάσεις πήραν σε τρία διαφορετικά επίπεδα όλα τα εκλογικά σώματα τα οποία κλήθηκαν να επιλέξουν το μέλλον τους. Από μία μικρή πολιτική ελίτ, όπως η κοινοβουλευτική ομάδα του ΠΑΣΟΚ, έως το πολυπληθέστερο και έντονα διαφοροποιημένο κοινωνικά και αισθητικά ακροατήριο του συνεδρίου του κόμματος, μέχρι τον ίδιο τον κυρίαρχο λαό, ο Σημίτης υπήρξε η τολμηρή επιλογή που όχι μόνο διερρήγνυε τις -ούτως ή άλλως- ετοιμόρροπες γέφυρες με το παρελθόν, αλλά κυρίως προοικονομούσε ένα διαφορετικό μέλλον. Η τριπλή αυτή νομιμοποίηση αποτελεί μία σπάνια πολιτική στιγμή, κατά την οποία ήταν εύκολη για όλους η προβολή στο -εμπεριστατωμένα περιγραφόμενο- μέλλον.
Σαφώς, ο Σημίτης δεν ήταν άμεμπτος. Ωστόσο, αν αφήσει κανείς στην άκρη την αποτίμηση του κυβερνητικού έργου και της κομματικής του διακυβέρνησης, μπορεί να διακρίνει εκείνα τα στοιχεία που τον καθιστούν προσωπικά μία εξαιρετική περίπτωση πολιτικού και τα οποία συνιστούν μία αναγκαία -αλλά και σπάνια- συνθήκη ηγετικής φυσιογνωμίας. Ενδεχομένως, προϊόντα της προσωπικότητάς του, τα χαρακτηριστικά αυτά δεν σταματούν στην ακεραιότητα του χαρακτήρα και το πολιτικό του ήθος, αλλά ξεδιπλώνονται ως α) ειλικρινής στοχοθεσία (βλ. ΟΝΕ, Κύπρος, Ολυμπιακοί Αγώνες), β) τερματισμός των συλλογικών φαντασιώσεων (βλ. ταυτότητες) και γ) συγκρότηση της εθνικής στρατηγικής σε μία διαρκώς επεκτεινόμενη αξιακή βάση (βλ. ανεξάρτητες αρχές, αντιλαϊκιστικός λόγος).
Ο πήχης που έθεσε ο Σημίτης είναι ακριβώς αυτό το πακέτο συνθηκών. Και είναι αυτό -που με σαφή εξαίρεση την περίοδο της οικονομικής κρίσης- διέφυγε όλων των κυβερνήσεων που ακολούθησαν αυτές του Σημίτη. Ποιοι ήταν/είναι οι εθνικοί στόχοι που υπερβαίνουν τον χρονικό ορίζοντα των εκλογικών κύκλων; Πώς ο ρεαλισμός δεν απομάγευσε το συλλογικό αίσθημα, αλλά το καλλιέργησε και το καθοδήγησε; Πώς το αξιακό πλαίσιο της χώρας διευρύνθηκε;
Θα μπορούσε να πει κανείς ότι οι τολμηρές αποφάσεις, οι εξαιρετικές περιπτώσεις και οι μεγάλες εθνικές ιδέες είναι κατά κύριο λόγο παράγωγα της συγκυρίας και της ιστορίας. Όμως, χωρίς κανείς να αρνείται τον παράγοντα του πρόσθετου κύρους που αυτές επιβάλλουν, οι συγκυρίες συνεπικουρούνται πάντα από τις προσωπικές και αξιακές συμβάσεις των πολιτικών ηγετών.
Αυτός είναι και ο πήχης που μέχρι σήμερα δεν έχει ξεπεράσει καμία διάδοχη κατάσταση, τόσο στη διακυβέρνηση, όσο και στο ΠΑΣΟΚ. Ο Σημίτης είχε επίγνωση της ανάγκης των εξαιρέσεων και τις επιδίωκε. Ως πρωθυπουργός δεν ακολουθούσε τυφλά τους ισχυρούς των διεθνών συσχετισμών, αλλά κινούνταν δίπλα σε αυτούς επί τη βάσει των εθνικών συμφερόντων και των αξιακών του δεσμεύσεων. Σε εσωτερικό επίπεδο, άφησε τη δημαγωγία στην άκρη, μεταβάλλοντας τα πρότυπα διαλόγου με την κοινωνία. Ως μέλος του ΠΑΣΟΚ δεν ακολουθούσε πιστά κανέναν “φυσικό” ηγέτη, αλλά έθετε τα ουσιαστικά πολιτικά αντίβαρα. Ως πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ είχε τη διαύγεια να το τοποθετήσει στο κέντρο του πολιτικού εκσυγχρονισμού, που παραμένει μέχρι και σήμερα εθνικό ζητούμενο.
